Home ΔιάφοραΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΤΟ Λ.Σ.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΣΤΟ Λ.Σ.

Όταν η εκπροσώπηση απομακρύνεται από την αποστολή της, ο συνδικαλισμός χάνει το ηθικό του έρεισμα.

by Thanos Stavrakaras

Ο Συνδικαλισμός αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας μιας οργανωμένης Πολιτείας. Είναι ένας θεσμός που κατακτήθηκε μέσα από αγώνες, διεκδικήσεις και κοινωνικές συγκρούσεις, με σκοπό την προάσπιση της αξιοπρέπειας, των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των εργαζομένων.

Η ιστορική του αποστολή είναι σαφής  να αποτελεί τη Συλλογική Φωνή εκείνων που εκπροσωπεί, να ελέγχει την εξουσία, να διεκδικεί τη δικαιοσύνη, να αναδεικνύει τις αδικίες και να συμβάλλει στη βελτίωση των θεσμών και των συνθηκών εργασίας.

Ωστόσο, η διατήρηση ενός θεσμού δεν εξασφαλίζεται αποκλειστικά από τη νομική του κατοχύρωση. Προϋποθέτει πρωτίστως την ηθική του νομιμοποίηση, τη συνέπεια των εκπροσώπων του και τον σεβασμό στην εμπιστοσύνη εκείνων που τους αναθέτουν την εκπροσώπησή τους.

Ακριβώς εδώ ανακύπτει ένα σοβαρό ζήτημα της σύγχρονης συνδικαλιστικής πραγματικότητας. Η σταδιακή απομάκρυνση ορισμένων εκφάνσεων του συνδικαλισμού από τον θεσμικό τους προορισμό και η επικίνδυνη διολίσθηση προς πρακτικές που περισσότερο παραπέμπουν σε προσωπικές στρατηγικές επιρροής παρά σε ανιδιοτελή συλλογική εκπροσώπηση.

Ο συνδικαλισμός δεν είναι αξίωμα προσωπικής προβολής. Δεν είναι μηχανισμός πολιτικής επιρροής. Δεν είναι πεδίο προσωπικών αντιπαραθέσεων, ανταγωνισμού προσώπων ή διαχείρισης δημοσίων σχέσεων, ούτε υπηρεσιακών απαλλαγών και αποποίησης υπηρεσιακών ευθυνών!

Είναι ευθύνη. Και μάλιστα ευθύνη αυξημένη, διότι εκείνος που αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει άλλους ανθρώπους δεν διαχειρίζεται αποκλειστικά τη δική του δημόσια εικόνα, αλλά την αξιοπρέπεια, την αγωνία και την εμπιστοσύνη μιας ολόκληρης επαγγελματικής κοινότητας.

Η περίπτωση του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής

Στον χώρο του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, η ανάγκη για έναν ισχυρό, ανεξάρτητο και θεσμικά συγκροτημένο συνδικαλισμό, χωρίς διασπάσεις για προσωπικές φιλοδοξίες είναι ακόμη μεγαλύτερη τα τελευταία χρόνια!

Τα Στελέχη του Σώματος υπηρετούν υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, με αυξημένες υπηρεσιακές υποχρεώσεις, επιχειρησιακές απαιτήσεις, γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και συχνά σημαντικό προσωπικό και οικογενειακό κόστος. Αντιμετωπίζουν ζητήματα στελέχωσης, μεταθέσεων, υπηρεσιακής εξέλιξης, αξιοκρατίας, εργασιακής επιβάρυνσης και αναγνώρισης της προσφοράς τους.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν αποτελούν απλώς έναν ακόμη συνομιλητή της διοίκησης. Αποτελούν αναγκαίο θεσμικό αντίβαρο, με αποστολή να διασφαλίζουν ότι η υπηρεσιακή ιεραρχία, η διοικητική λειτουργία και οι πολιτικές αποφάσεις δεν απομακρύνονται από τις αρχές της ισότητας, της νομιμότητας και της αξιοκρατίας.

Η αποστολή αυτή, όμως, δεν μπορεί να υπηρετείται επιλεκτικά.

Δεν μπορεί η αξιοκρατία να αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αρχή όταν αφορά μια συγκεκριμένη περίπτωση και να μετατρέπεται σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης όταν αλλάζουν οι συσχετισμοί.

Δεν μπορεί η διαφάνεια να προβάλλεται ως θεμελιώδης απαίτηση όταν ασκείται κριτική στη διοίκηση, αλλά να υποχωρεί όταν απαιτείται αυτοκριτική για τη λειτουργία των ίδιων των συνδικαλιστικών φορέων.

Δεν μπορεί η θεσμική ανεξαρτησία να αποτελεί απαίτηση έναντι της πολιτικής ηγεσίας, αλλά να μην εφαρμόζεται με την ίδια αυστηρότητα στις εσωτερικές λειτουργίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις μεταθέσεις, τις υπηρεσιακές μεταβολές, τις σχέσεις συνδικαλιστικών φορέων και πολιτικής ηγεσίας, καθώς και τις διαφορετικές τοποθετήσεις που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς, αναδεικνύει ένα ουσιώδες ζήτημα. Ανάγκη για σταθερές αρχές με διαχρονική συνέπεια και ουσιαστική λογοδοσία.

Ιδιαίτερα όταν δημόσιες τοποθετήσεις για το ίδιο θεσμικό ή διοικητικό ζήτημα εμφανίζονται να διαφοροποιούνται ανάλογα με τις περιστάσεις, είναι απολύτως θεμιτό να ζητούνται εξηγήσεις.

Η αλλαγή άποψης είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου και κάθε συλλογικού φορέα. Η αλλαγή όμως, χωρίς αιτιολόγηση, χωρίς ανάληψη ευθύνης και χωρίς εξήγηση προς εκείνους που εκπροσωπούνται, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη συνέπεια και την αξιοπιστία της εκπροσώπησης.

Ο συνδικαλιστής δεν οφείλει να παραμένει αμετακίνητος σε λανθασμένες θέσεις. Οφείλει όμως να εξηγεί με ειλικρίνεια γιατί αναθεωρεί, ποια νέα δεδομένα προέκυψαν και ποιο συλλογικό συμφέρον υπηρετεί η νέα του στάση.

Από τη συλλογική εκπροσώπηση στον προσωπικό παραγοντισμό

Ένα από τα πλέον ανησυχητικά φαινόμενα της σύγχρονης συνδικαλιστικής πραγματικότητας είναι η σύγχυση μεταξύ θεσμικής παρέμβασης και προσωπικής επιρροής.

Η πρόσβαση σε πολιτικά πρόσωπα, η συμμετοχή σε συναντήσεις, οι δημόσιες εμφανίσεις, οι φωτογραφίες και οι ανακοινώσεις δεν αποτελούν από μόνες τους αποδεικτικά αποτελεσματικού συνδικαλισμού.

Η πραγματική επιτυχία δεν αποτιμάται από τον αριθμό των συναντήσεων με υπουργούς, βουλευτές και κυβερνητικά στελέχη, ούτε από την επικοινωνιακή προβολή μιας συνδικαλιστικής διοίκησης.

Αποτιμάται από τα αποτελέσματα για το σύνολο των εργαζομένων.

Αποτιμάται από το εάν αντιμετωπίζονται οι πραγματικές αδικίες, εάν προωθούνται αντικειμενικά κριτήρια, εάν προστατεύονται οι ασθενέστεροι, εάν διασφαλίζονται ίσες ευκαιρίες και εάν οι παρεμβάσεις οδηγούν σε θεσμικές λύσεις με διάρκεια.

Η συνδικαλιστική εκπροσώπηση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε διαμεσολάβηση προσωπικών αιτημάτων ούτε σε μηχανισμό καλλιέργειας της αντίληψης ότι η επίλυση ενός υπηρεσιακού ζητήματος εξαρτάται από την προσωπική σχέση κάποιου με τον εκάστοτε πολιτικό ή διοικητικό παράγοντα.

Εάν ένας εργαζόμενος αισθάνεται ότι για να δικαιωθεί χρειάζεται προσωπική πρόσβαση, ειδική μεταχείριση ή παρέμβαση ενός ισχυρού συνδικαλιστικού προσώπου, τότε το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη διοίκηση. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της θεσμικής εκπροσώπησης.

Ο υγιής συνδικαλισμός δεν δημιουργεί εξαρτήσεις. Τις καταργεί!

Δεν καλλιεργεί την ανάγκη προσωπικής διαμεσολάβησης. Διεκδικεί κανόνες που καθιστούν τη διαμεσολάβηση περιττή.

Η ηθική ευθύνη της συνδικαλιστικής ιδιότητας

Η κατοχή μιας συνδικαλιστικής θέσης δεν προσδίδει αυτομάτως κύρος. Το κύρος κατακτάται καθημερινά μέσα από τη συμπεριφορά, τη σοβαρότητα, τη διαφάνεια και τη συνέπεια.

Ο εκλεγμένος εκπρόσωπος δεν αποκτά προνόμιο υπεράνω κριτικής. Αντιθέτως, αναλαμβάνει αυξημένη υποχρέωση δημόσιας λογοδοσίας.

Δεν δικαιούται να ταυτίζει την προσωπική του άποψη με το σύνολο των εργαζομένων. Δεν δικαιούται να θεωρεί κάθε διαφωνία προσωπική προσβολή. Δεν δικαιούται να αντιμετωπίζει την κριτική ως εχθρική ενέργεια ή ως αμφισβήτηση της νομιμότητας της εκλογής του.

Η εκλογή παρέχει εντολή εκπροσώπησης. Δεν παρέχει λευκή επιταγή.

Η πραγματική δημοκρατική λειτουργία μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης προϋποθέτει εσωτερική δημοκρατία, ουσιαστική ενημέρωση των μελών, διαφάνεια στις αποφάσεις, σεβασμό στη διαφορετική άποψη και δυνατότητα ελέγχου των πεπραγμένων της διοίκησής της.

Όταν αυτά υποχωρούν, ο συνδικαλισμός κινδυνεύει να μετατραπεί από συλλογικό θεσμό σε κλειστό μηχανισμό διαχείρισης θέσεων και προσώπων.

Και τότε η μεγαλύτερη ζημιά δεν είναι η επικοινωνιακή απαξίωση των συνδικαλιστών. Είναι η απώλεια εμπιστοσύνης των ίδιων των εργαζομένων στον θεσμό που δημιουργήθηκε για να τους προστατεύει.

Η σχέση με την πολιτική και διοικητική εξουσία

Ο συνδικαλισμός οφείλει να διατηρεί απολύτως διακριτή και ανεξάρτητη σχέση από την εκάστοτε πολιτική εξουσία.

Η συνεργασία με την Πολιτεία είναι αναγκαία. Η θεσμική συνεννόηση είναι επιβεβλημένη. Ο διάλογος με την πολιτική και φυσική ηγεσία είναι ουσιώδης προϋπόθεση για την επίλυση προβλημάτων.

Αλλά άλλο πράγμα είναι ο θεσμικός διάλογος και άλλο η πολιτική εξάρτηση.

Άλλο πράγμα είναι η συνεργασία και άλλο η συναλλαγή.

Άλλο πράγμα είναι η διεκδίκηση και άλλο η καλλιέργεια προσωπικών σχέσεων ως υποκατάστατο της θεσμικής διαδικασίας.

Η συνδικαλιστική οργάνωση πρέπει να είναι σε θέση να ασκεί κριτική ακόμη και στην πολιτική ηγεσία με την οποία συνεργάζεται, όπως πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίζει μια θετική απόφαση ακόμη και από εκείνη την πολιτική ηγεσία με την οποία διαφωνεί.

Η ανεξαρτησία του συνδικαλισμού δεν αποδεικνύεται από την ένταση των καταγγελιών του. Αποδεικνύεται από την ικανότητά του να διατηρεί τις αρχές του ανεξαρτήτως προσώπων, κυβερνήσεων και πολιτικών συσχετισμών.

Η σιωπή, η επιλεκτική ευαισθησία και η ευθύνη της εκπροσώπησης

Η συνδικαλιστική ευθύνη δοκιμάζεται κυρίως όταν η υπεράσπιση ενός συναδέλφου δεν προσφέρει επικοινωνιακό όφελος, όταν η ανάδειξη μιας αδικίας δεν εξυπηρετεί συγκεκριμένους συσχετισμούς και όταν η διεκδίκηση απαιτεί σύγκρουση με πρόσωπα ή πρακτικές που βρίσκονται κοντά στη συνδικαλιστική ηγεσία.

Η ισονομία δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά περίπτωση.

Η αδικία δεν γίνεται μικρότερη επειδή αφορά έναν εργαζόμενο που δεν ανήκει στον στενό κύκλο επιρροής κάποιου συνδικαλιστικού παράγοντα.

Η αξιοπρέπεια του συναδέλφου δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο επιλογής, σκοπιμότητας ή επικοινωνιακής διαχείρισης.

Ειδικά στο Λιμενικό Σώμα, όπου η καθημερινότητα πολλών στελεχών χαρακτηρίζεται από αυξημένες απαιτήσεις και σημαντικές προσωπικές θυσίες, η συνδικαλιστική εκπροσώπηση οφείλει να έχει ως αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα το συλλογικό συμφέρον και όχι την εξυπηρέτηση επιμέρους ισορροπιών.

Η ανάγκη θεσμικής επανεκκίνησης

Δεν απαιτείται η απαξίωση του συνδικαλισμού. Απαιτείται η αποκατάσταση της αξιοπιστίας του.

Δεν απαιτείται η αποδυνάμωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Απαιτείται η ενίσχυση της δημοκρατικής, διαφανούς και ουσιαστικής λειτουργίας τους.

Δεν απαιτείται η φίμωση των συνδικαλιστών. Απαιτείται η ενίσχυση της λογοδοσίας τους.

Κάθε συνδικαλιστικός φορέας οφείλει να αξιολογείται με συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια:

  • Με τη συνέπεια μεταξύ των διακηρυγμένων θέσεων και των πραγματικών ενεργειών του.
  • Με τη διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων και στην ενημέρωση των μελών του.
  • Με την ισότιμη αντιμετώπιση όλων των εργαζομένων, ανεξαρτήτως βαθμού, θέσης, ειδικότητας ή προσωπικών σχέσεων.
  • Με την ανεξαρτησία του από κομματικές και προσωπικές εξαρτήσεις.
  • Με την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεών του και όχι με την επικοινωνιακή προβολή τους.
  • Με τον σεβασμό στη διαφορετική άποψη και την αποδοχή της θεμιτής κριτικής.
  • Με την προάσπιση της θεσμικής νομιμότητας και όχι με την αναζήτηση εξαιρέσεων και προσωπικών διευθετήσεων.

Αυτές δεν είναι υπερβολικές απαιτήσεις. Είναι οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για να διατηρεί ένας θεσμός την κοινωνική και ηθική του νομιμοποίηση.

Ο συνδικαλισμός οφείλει να ξαναβρεί την αξιοπρέπειά του και την αρχική του αίγλη.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον συνδικαλισμό σήμερα δεν είναι η αμφισβήτησή του από τους Συναδέλφους. Είναι η απαξίωσή του από τις ίδιες τις πρακτικές εκείνων που έχουν την ευθύνη να τον υπηρετούν.

Όταν η προσωπική φιλοδοξία υπερισχύει της συλλογικής αποστολής, όταν η προβολή υποκαθιστά το αποτέλεσμα, όταν η συνέπεια θυσιάζεται στον βωμό της σκοπιμότητας και όταν η θεσμική ιδιότητα χρησιμοποιείται ως μέσο προσωπικής επιρροής, τότε δεν πλήττεται απλώς η εικόνα κάποιων εκπροσώπων.

Πλήττεται η ίδια η ιδέα της συλλογικής εκπροσώπησης.

Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ιδιοποιείται έναν θεσμό που ανήκει στους εργαζομένους. Κανείς δεν δικαιούται να θεωρεί ότι η συνδικαλιστική ιδιότητα αποτελεί προσωπικό κεφάλαιο ή διαρκές προνόμιο. Και κανείς δεν μπορεί να επικαλείται την εκπροσώπηση των Συναδέλφων του χωρίς να αποδέχεται την υποχρέωση να λογοδοτεί σε αυτούς.

Για το Λιμενικό Σώμα, ο συνδικαλισμός πρέπει να αποτελεί παράγοντα θεσμικής ισορροπίας, αξιοκρατίας και δικαιοσύνης. Πρέπει να υπερασπίζεται τον εργαζόμενο χωρίς να αποδυναμώνει την υπηρεσία, να ελέγχει την εξουσία χωρίς να επιδιώκει να την υποκαταστήσει και να διεκδικεί δικαιώματα χωρίς να απομακρύνεται από τις υποχρεώσεις και τις ιδιαιτερότητες της αποστολής του Σώματος.

Η πραγματική συνδικαλιστική ηγεσία δεν μετριέται από το πόσο συχνά εμφανίζεται δημόσια, πόσους πολιτικούς συναντά ή πόσο δυνατά διατυπώνει τις ανακοινώσεις της.

Μετριέται από το εάν μπορεί να κοιτάξει στα μάτια κάθε συνάδελφο και να υποστηρίξει, με καθαρή συνείδηση, ότι υπηρέτησε όλους ισότιμα, ότι δεν διαπραγματεύτηκε τις αρχές της και ότι δεν χρησιμοποίησε ποτέ την εμπιστοσύνη των εργαζομένων για προσωπικό όφελος. Μετριέται με το να βρίσκεται δίπλα στον Συνάδελφο στο πεδίο και όχι στο σπίτι του ή πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες απομονωμένη.

Ο συνδικαλισμός δεν χρειάζεται περισσότερους παράγοντες. Χρειάζεται περισσότερους πραγματικά θεσμικούς εκπροσώπους. Δεν χρειάζεται περισσότερη “επικοινωνία”. Χρειάζεται περισσότερη συνέπεια. Δεν χρειάζεται περισσότερη προσωπική αυτοπροβολή. Χρειάζεται συλλογικές κατακτήσεις.

Γιατί, τελικά, η μεγαλύτερη καταξίωση ενός συνδικαλιστή δεν είναι να αποκτήσει δύναμη μέσω της ιδιότητάς του, αλλά να χρησιμοποιήσει την ιδιότητά του για να ενισχύσει τη δύναμη, την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα εκείνων που τον εμπιστεύθηκαν.

Και όταν η συνδικαλιστική ηθική υποχωρεί, δεν αρκεί να διασώσουμε τον τίτλο και την ιδιότητα. Οφείλουμε να αποκαταστήσουμε το περιεχόμενο, την αποστολή και την αξιοπρέπεια του ίδιου του θεσμού.

Γιατί ο Συνδικαλισμός είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να μετατρέπεται σε προσωπική υπόθεση του οποιουδήποτε!

 

Αντιπρόεδρος Επιχειρησιακού Τομέα Ε.Π.Λ.Σ.Α.Π.Ν Αντιπρόσωπος Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ

Σταυρακάρας Αθανάσιος

Related Articles

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More

Privacy & Cookies Policy